ἑδραστικός

ἑδρ-αστικός, ή, όν,
A establishing, making stable,

δυνάμεις Procl. in Ti.3.138

D., cf. Dam.Pr.138;

τοῦ δημιουργοῦ ἀγαθότης Simp.in Ph. 1355.6

.
II = ἑδρικός, φάρμακα Orib.Eup.4.12.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑδραστικά — ἑδραστικός establishing neut nom/voc/acc pl ἑδραστικά̱ , ἑδραστικός establishing fem nom/voc/acc dual ἑδραστικά̱ , ἑδραστικός establishing fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑδραστικόν — ἑδραστικός establishing masc acc sg ἑδραστικός establishing neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑδραστικῆς — ἑδραστικός establishing fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑδραστική — ἑδραστικός establishing fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑδραστικήν — ἑδραστικός establishing fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑδραστικάς — ἑδραστικά̱ς , ἑδραστικός establishing fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.